επιδιορθώνω

(AM ἐπιδιορθῶ, -όω)
διορθώνω, επισκευάζω κάτι που έχει υποστεί φθορά
αρχ.-μσν.
1. συμπληρώνω κάτι, ολοκληρώνω κάτι ημιτελές
2. μέσ. ἐπιδιορθοῡμαι
επανορθώνω
αρχ.
διορθώνω κατόπιν.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιδιορθώνω — επιδιορθώνω, επιδιόρθωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιδιορθώνω — επιδιόρθωσα, επιδιορθώθηκα, επιδιορθωμένος, μτβ., διορθώνω κάτι που έπαθε φθορά ή βλάβη, επισκευάζω, μερεμετίζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαντάρω — επιδιορθώνω φθαρμένα είδη ιματισμού με κλωστή, όχι ράβοντας αλλά πλέκοντας τις σχισμές και τις οπές, ώστε να μη διακρίνεται εύκολα η επιδιόρθωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. mendare «επανορθώνω, επιδιορθώνω»] …   Dictionary of Greek

  • ακέομαι — ἀκέομαι (Α) 1. θεραπεύω, περιποιούμαι «ἕλκος ἄκεσσαι» (Όμ. Π 523) 2. καταπαύω, σταματώ «πίον τ ἀκέοντό τε δίψαν» (Όμ. Χ 2) 3. επιδιορθώνω, επισκευάζω «νῆας ἀκειόμενος» (Όμ. ξ 383) 4. επανορθώνω «ἀκέομαι ἀδίκημα» (Πλάτ. Πολιτ. 364c) 5. βρίσκω λύση …   Dictionary of Greek

  • αλλαξοποδαριάζω — [αλλαξοποδαριά] 1. επιδιορθώνω τις κάλτσες στην πατούσα τους 2. αλλάζω δρόμο, αλλαξοδρομώ …   Dictionary of Greek

  • ανακέομαι — ἀνακέομαι (Α) 1. επισκευάζω, διορθώνω 2. επανορθώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν(α) * + ἀκέομαι «επιδιορθώνω, επισκευάζω»] …   Dictionary of Greek

  • ανακνάπτω — ἀνακνάπτω (Α) κάνω κάτι να φαίνεται σαν καινούργιο, τό επιδιορθώνω ή τό παρουσιάζω με άλλη μορφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κνάπτω «ξαίνω ή λαναρίζω μαλλί, κατεργάζομαι ή καθαρίζω ύφασμα»] …   Dictionary of Greek

  • αναπιάνω — και ανεπιάνω 1. πιάνω, κρατώ, παίρνω κάτι επάνω μου ή στα χέρια μου 2. βοηθώ 3. ξαναζυμώνω το προζύμι προσθέτοντας αλεύρι και νερό 4. αρχίζω κάποιο έργο 5. ράβω, επιδιορθώνω, μπαλώνω 6. (για τη φωτιά) αναζωπυρώνω, αναδεύω, συνδαυλίζω 7.… …   Dictionary of Greek

  • αναρράπτω — ἀναρράπτω (AM) [ράπτω] (για πληγή) ράβω προς τα επάνω, συνδέω τα άκρα μσν. (για τοίχο) επιδιορθώνω, ξαναφτιάχνω …   Dictionary of Greek

  • ανατειχίζω — (Α ἀνατειχίζω) ανοικοδομώ τείχος ή το επιδιορθώνω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.